Ο νέος ευρωπαϊκός κανονισμός EUDR (EU Deforestation Regulation) εισάγει αυστηρές απαιτήσεις για την ιχνηλασιμότητα και τη συμμόρφωση στην εφοδιαστική αλυσίδα τροφίμων. Επιχειρήσεις που διακινούν προϊόντα όπως κακάο, καφές, σόγια ή φοινικέλαιο καλούνται πλέον να αποδείξουν ότι τα προϊόντα τους δεν σχετίζονται με αποψίλωση δασών. Για τη Safeeat, το EUDR αποτελεί ένα νέο compliance framework που επηρεάζει άμεσα τη διαχείριση κινδύνου, την ιχνηλασιμότητα τροφίμων και τα συστήματα ασφάλειας τροφίμων.
Ο κανονισμός EUDR δεν είναι απλώς μια περιβαλλοντική πρωτοβουλία. Είναι μια ριζική αλλαγή στον τρόπο που λειτουργεί η αγορά τροφίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τον κανονισμό, προϊόντα που σχετίζονται με commodities όπως κακάο, καφές, σόγια, βοδινό ή φοινικέλαιο μπορούν να κυκλοφορούν στην αγορά μόνο εφόσον είναι:
Αυτό σημαίνει ότι η ευθύνη δεν σταματά στον παραγωγό. Επεκτείνεται σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα τροφίμων.
Το EUDR εισάγει μια πολύ σημαντική διάκριση μεταξύ των επιχειρήσεων. Οι λεγόμενοι upstream operators είναι αυτοί που εισάγουν ή τοποθετούν για πρώτη φορά προϊόντα στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτοί έχουν την πλήρη ευθύνη συμμόρφωσης, καθώς οφείλουν να πραγματοποιούν due diligence και να υποβάλλουν το σχετικό Due Diligence Statement (DDS).
Από την άλλη πλευρά, οι downstream operators και οι traders δεν πραγματοποιούν due diligence, αλλά έχουν υποχρέωση να διατηρούν την ιχνηλασιμότητα και να μπορούν να αποδείξουν την προέλευση των προϊόντων που διακινούν.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι καμία επιχείρηση της εφοδιαστικής αλυσίδας τροφίμων δεν μένει εκτός των απαιτήσεων του EUDR. Είτε πρόκειται για εισαγωγέα, παραγωγό τροφίμων, μεταποιητική μονάδα, trader, διανομέα ή επιχείρηση λιανικής, όλες οι επιχειρήσεις επηρεάζονται άμεσα από τις νέες απαιτήσεις συμμόρφωσης, ιχνηλασιμότητας και due diligence.
Η βασική διαφορά βρίσκεται στον βαθμό ευθύνης και στις υποχρεώσεις τεκμηρίωσης που έχει κάθε κρίκος της αλυσίδας.
Οι upstream operators έχουν την υψηλότερη ευθύνη συμμόρφωσης, καθώς είναι υπεύθυνοι για τη διαδικασία due diligence, την αξιολόγηση κινδύνου προμηθευτών, την τεκμηρίωση προέλευσης των πρώτων υλών και την υποβολή του DDS.
Οι downstream operators και οι traders μπορεί να μην υποβάλλουν DDS, όμως υποχρεούνται να διατηρούν πλήρη ιχνηλασιμότητα προϊόντων, στοιχεία προμηθευτών και επαρκή τεκμηρίωση ώστε να μπορούν να αποδείξουν τη συμμόρφωση σε περίπτωση ελέγχου ή audit.
Αυτό σημαίνει ότι το EUDR επηρεάζει άμεσα:
Με άλλα λόγια, η συμμόρφωση με το EUDR δεν είναι θέμα μόνο “του προμηθευτή”. Είναι θέμα ολόκληρης της αλυσίδας τροφίμων.
Πρόκειται για ένα σύστημα τεκμηρίωσης που αποδεικνύει ότι το προϊόν:
Ένα κρίσιμο σημείο εδώ είναι ότι η ιχνηλασιμότητα φτάνει σε επίπεδο γεωγραφικού εντοπισμού. Δηλαδή, η επιχείρηση πρέπει να γνωρίζει από ποιο συγκεκριμένο χωράφι ή περιοχή προέρχεται η πρώτη ύλη.
Αυτό αλλάζει πλήρως τη λογική του supply chain, ειδικά για επιχειρήσεις που δουλεύουν με πολλαπλούς προμηθευτές..
Η απαίτηση για πλήρη ιχνηλασιμότητα είναι ίσως η πιο δύσκολη πτυχή του κανονισμού.
Δεν αρκεί πλέον να γνωρίζεις τον προμηθευτή σου. Πρέπει να μπορείς να αποδείξεις την προέλευση της πρώτης ύλης μέχρι το επίπεδο παραγωγής. Επιπλέον, δεν επιτρέπεται η ανάμειξη προϊόντων με άγνωστη ή μη επιβεβαιωμένη προέλευση. Αυτό σημαίνει ότι πρακτικές που μέχρι σήμερα θεωρούνταν “standard”, όπως το mixing παρτίδων, μπορεί πλέον να δημιουργήσουν σοβαρό θέμα συμμόρφωσης.
Για τις επιχειρήσεις τροφίμων, το EUDR δεν είναι απλώς μια νέα υποχρέωση. Είναι μια αλλαγή φιλοσοφίας.
Οι εισαγωγείς πρέπει να επενδύσουν σε συστήματα due diligence και να εξασφαλίσουν αξιόπιστα δεδομένα από τους προμηθευτές τους. Οι παραγωγοί τροφίμων οφείλουν να επανεξετάσουν την εφοδιαστική τους αλυσίδα και να διασφαλίσουν ότι τα προϊόντα που χρησιμοποιούν καλύπτονται από DDS.
Ακόμη και οι επιχειρήσεις λιανικής, που παραδοσιακά δεν εμπλέκονταν σε τέτοιου είδους ελέγχους, καλούνται πλέον να διατηρούν τεκμηρίωση και να είναι σε θέση να απαντήσουν σε ελέγχους.
Στην πράξη, πολλές επιχειρήσεις υποτιμούν το εύρος του κανονισμού. Θεωρούν ότι αφορά μόνο τις εισαγωγές ή ότι καλύπτεται από το υπάρχον σύστημα HACCP. Ωστόσο, το EUDR δεν αντικαθιστά το HACCP. Εστιάζει σε διαφορετικό επίπεδο: στη νομιμότητα και την προέλευση της πρώτης ύλης. Ένα ακόμα συχνό λάθος είναι η έλλειψη αξιόπιστων δεδομένων προέλευσης. Χωρίς αυτά, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί η συμμόρφωση, ανεξάρτητα από το πόσο καλό είναι το υπόλοιπο σύστημα ασφάλειας τροφίμων.
Η συμμόρφωση με το EUDR απαιτεί συνδυασμό τεχνικής γνώσης, κατανόησης της νομοθεσίας και πρακτικής εφαρμογής.
Η SafeEat υποστηρίζει επιχειρήσεις τροφίμων σε:
Στόχος δεν είναι απλώς η συμμόρφωση, αλλά η δημιουργία ενός συστήματος που προστατεύει την επιχείρηση σε βάθος χρόνου.
Το EUDR δεν είναι μια ακόμα κανονιστική απαίτηση. Είναι μια δομική αλλαγή στον τρόπο που διασφαλίζεται η ασφάλεια, η διαφάνεια και η ιχνηλασιμότητα στην εφοδιαστική αλυσίδα τροφίμων. Οι επιχειρήσεις που θα κινηθούν έγκαιρα θα έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Όσες το αντιμετωπίσουν ως “τυπική υποχρέωση” είναι πιθανό να βρεθούν εκτεθειμένες σε σοβαρούς κινδύνους συμμόρφωσης.
Επικοινωνήστε με τη SafeEat για υποστήριξη στη συμμόρφωση με EUDR, due diligence και απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας τροφίμων.
Σας παρέχουμε μελέτη, ανάπτυξη, εφαρμογή και επιθεώρηση Συστημάτων Διαχείρισης Ασφάλειας Τροφίμων.