Ο EUDR (EU Deforestation Regulation) είναι ο νέος ευρωπαϊκός κανονισμός που έχει στόχο να διασφαλίσει ότι συγκεκριμένα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν συνδέονται με αποψίλωση δασών ή παράνομη παραγωγή. Ο κανονισμός επηρεάζει άμεσα την αλυσίδα τροφίμων, καθώς καλύπτει βασικές πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιομηχανία τροφίμων, όπως το κακάο, ο καφές, η σόγια, το φοινικέλαιο και το βοδινό κρέας. Οι νέες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ξεκαθαρίζουν ότι ο EUDR δεν αποτελεί απλώς μία περιβαλλοντική πρωτοβουλία. Πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο σύστημα συμμόρφωσης που βασίζεται στην ιχνηλασιμότητα, την αξιολόγηση κινδύνου και τη διαφάνεια της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Σύμφωνα με τις τελευταίες διευκρινίσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι περισσότερες επιχειρήσεις θα πρέπει να συμμορφώνονται με τον EUDR από τις 30 Δεκεμβρίου 2026. Για ορισμένες πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις προβλέπεται μεταβατική περίοδος έως τις 30 Ιουνίου 2027. Οι ημερομηνίες αυτές καθιστούν απαραίτητη την έγκαιρη προετοιμασία, καθώς η ανάπτυξη συστημάτων due diligence και η χαρτογράφηση της εφοδιαστικής αλυσίδας απαιτούν σημαντικό χρόνο.
Ένα από τα συχνότερα λάθη είναι η αντίληψη ότι ο EUDR αφορά μόνο τους εισαγωγείς. Στην πραγματικότητα, καμία επιχείρηση τροφίμων που χρησιμοποιεί κακάο, καφέ, σόγια ή φοινικέλαιο δεν μένει εντελώς εκτός των απαιτήσεων του Κανονισμού.
Οι επιχειρήσεις που επηρεάζονται περιλαμβάνουν:
Οι λεγόμενοι upstream operators έχουν τη βασική ευθύνη για την εφαρμογή του due diligence και την υποβολή του Due Diligence Statement (DDS), καθώς είναι οι επιχειρήσεις που τοποθετούν για πρώτη φορά τα σχετικά προϊόντα στην αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι downstream operators, παρότι δεν υποχρεούνται πάντα να πραγματοποιούν πλήρες due diligence, δεν απαλλάσσονται από τις απαιτήσεις του EUDR. Οφείλουν να διατηρούν στοιχεία ιχνηλασιμότητας, να γνωρίζουν από ποιους προμηθευτές προμηθεύτηκαν τα προϊόντα τους και να μπορούν να αποδείξουν ότι τα προϊόντα που διαθέτουν στην αγορά καλύπτονται από έγκυρο Due Diligence Statement.
Για παράδειγμα, μια βιομηχανία τροφίμων που αγοράζει κακάο ή καφέ από εισαγωγέα, καθώς και μια αλυσίδα λιανικής που διαθέτει προϊόντα private label, μπορεί να θεωρηθούν downstream operators. Σε περίπτωση ελέγχου, οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξουν τη σύνδεση των προϊόντων τους με τη σχετική τεκμηρίωση συμμόρφωσης.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι καμία επιχείρηση τροφίμων δεν μένει εκτός του EUDR. Αυτό που αλλάζει είναι ο βαθμός ευθύνης και το επίπεδο τεκμηρίωσης που απαιτείται σε κάθε στάδιο της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Ένα προϊόν θεωρείται συμβατό με τον EUDR μόνο εφόσον:
1. Είναι απαλλαγμένο από αποψίλωση δασών
Η πρώτη ύλη δεν πρέπει να προέρχεται από έκταση που αποψιλώθηκε μετά την 31η Δεκεμβρίου 2020.
2. Έχει παραχθεί νόμιμα
Η παραγωγή πρέπει να συμμορφώνεται με την εθνική νομοθεσία της χώρας παραγωγής.
3. Συνοδεύεται από δήλωση δέουσας επιμέλειας (Due Diligence Statement)
Ο οικονομικός φορέας πρέπει να μπορεί να αποδείξει τη συμμόρφωση μέσω τεκμηριωμένων διαδικασιών.
Αν δεν πληρούται έστω μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, το προϊόν δεν μπορεί να διατεθεί στην αγορά της ΕΕ.
Στην καρδιά του EUDR βρίσκεται το Due Diligence Statement (DDS). Πρόκειται για τη δήλωση με την οποία η επιχείρηση βεβαιώνει ότι το προϊόν είναι απαλλαγμένο από αποψίλωση δασών, έχει παραχθεί νόμιμα και πληροί τις απαιτήσεις του Κανονισμού.
Για να υποβληθεί το DDS, η επιχείρηση πρέπει να εφαρμόζει ένα σύστημα due diligence που περιλαμβάνει:
Χωρίς τεκμηριωμένο due diligence, δεν μπορεί να υπάρξει νόμιμη διάθεση των προϊόντων στην αγορά.
Για κάθε προϊόν που εμπίπτει στον EUDR πρέπει να υπάρχουν στοιχεία σχετικά με:
Η συλλογή αυτών των δεδομένων αποτελεί βασική απαίτηση του άρθρου 9 του Κανονισμού..
Η σημαντικότερη ίσως αλλαγή που φέρνει ο EUDR αφορά την ιχνηλασιμότητα. Δεν αρκεί πλέον μια επιχείρηση να γνωρίζει τον προμηθευτή της ή τη χώρα προέλευσης μιας πρώτης ύλης. Οι νέες απαιτήσεις προβλέπουν ότι πρέπει να είναι δυνατός ο εντοπισμός της προέλευσης μέχρι το επίπεδο του αγροτεμαχίου παραγωγής μέσω γεωγραφικών συντεταγμένων. Η απαίτηση αυτή δημιουργεί σημαντικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων και καθιστά αναγκαία την ανάπτυξη πιο προηγμένων συστημάτων ιχνηλασιμότητας.
Η νέα καθοδήγηση της Επιτροπής δίνει συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης κινδύνου. Οι επιχειρήσεις πρέπει να εξετάζουν:
Χώρα παραγωγής
Πολυπλοκότητα αλυσίδας εφοδιασμού
Συμμόρφωση προμηθευτών
Νομιμότητα
Ο όρος Negligible Risk αποτελεί βασική έννοια του EUDR. Μια επιχείρηση μπορεί να διαθέσει ένα προϊόν στην αγορά μόνο όταν μπορεί να αποδείξει ότι ο κίνδυνος μη συμμόρφωσης είναι αμελητέος.
Εάν η αξιολόγηση κινδύνου δείξει σοβαρό ενδεχόμενο αποψίλωσης, παράνομης παραγωγής ή ανεπαρκούς ιχνηλασιμότητας, η επιχείρηση υποχρεούται να λάβει πρόσθετα μέτρα μετριασμού κινδύνου πριν προχωρήσει στη διάθεση του προϊόντος.
Οι νέες οδηγίες δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην πολυπλοκότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας. Όσο περισσότερες χώρες, προμηθευτές, μεταποιητές και ενδιάμεσοι εμπλέκονται σε ένα προϊόν, τόσο δυσκολότερη γίνεται η τεκμηρίωση της συμμόρφωσης.
Για παράδειγμα, μία σοκολάτα μπορεί να περιέχει κακάο από μία χώρα και φοινικέλαιο από μία δεύτερη χώρα. Σε αυτή την περίπτωση οι απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας και due diligence αυξάνονται σημαντικά.
Όχι. Οι πιστοποιήσεις όπως FSC, PEFC ή Rainforest Alliance μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως υποστηρικτικά στοιχεία, αλλά δεν αντικαθιστούν το due diligence που απαιτεί ο EUDR. Η τελική ευθύνη συμμόρφωσης παραμένει στην επιχείρηση που διαθέτει το προϊόν στην αγορά και όχι στον φορέα πιστοποίησης.
Τα σύνθετα προϊόντα αποτελούν μία από τις πιο απαιτητικές περιπτώσεις εφαρμογής του EUDR. Σοκολάτες, μπισκότα, δημητριακά πρωινού και έτοιμα γεύματα μπορεί να περιέχουν περισσότερες από μία πρώτες ύλες που καλύπτονται από τον Κανονισμό. Σε αυτές τις περιπτώσεις η επιχείρηση πρέπει να γνωρίζει ακριβώς ποια συστατικά εμπίπτουν στον EUDR, από πού προέρχονται και ποια τεκμηρίωση τα καλύπτει.
Πολλές επιχειρήσεις θεωρούν ότι το υπάρχον σύστημα HACCP καλύπτει και τις απαιτήσεις του EUDR. Στην πραγματικότητα, οι δύο προσεγγίσεις έχουν διαφορετικό στόχο. Το HACCP επικεντρώνεται στην ασφάλεια τροφίμων και στην πρόληψη βιολογικών, χημικών και φυσικών κινδύνων που μπορούν να επηρεάσουν τον καταναλωτή.
Αντίθετα, ο EUDR εστιάζει στη νομιμότητα της παραγωγής, στην προέλευση των πρώτων υλών, στην αποφυγή αποψίλωσης δασών και στην τεκμηριωμένη ιχνηλασιμότητα. Για τον λόγο αυτό, μια επιχείρηση μπορεί να διαθέτει πλήρως λειτουργικό HACCP και ταυτόχρονα να μην συμμορφώνεται με τον EUDR.
Οι επιχειρήσεις που επηρεάζονται από τον EUDR δεν θα πρέπει να περιμένουν μέχρι το τέλος του 2026. Η έγκαιρη χαρτογράφηση της εφοδιαστικής αλυσίδας, η αξιολόγηση των προμηθευτών, η συλλογή στοιχείων ιχνηλασιμότητας και η ανάπτυξη διαδικασιών due diligence αποτελούν κρίσιμα βήματα για τη συμμόρφωση. Όσο πιο σύνθετη είναι η αλυσίδα εφοδιασμού, τόσο περισσότερο χρόνο θα χρειαστεί η επιχείρηση για να οργανώσει τα απαραίτητα στοιχεία.
Η SafeEat υποστηρίζει επιχειρήσεις τροφίμων στην προετοιμασία για τις απαιτήσεις του EUDR παρέχοντας:
Επικοινωνήστε με τη SafeEat εάν θέλετε να αξιολογήσετε πώς επηρεάζει ο EUDR τη δική σας επιχείρηση και να προετοιμαστείτε εγκαίρως για τις νέες απαιτήσεις.
Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)
Τι είναι ο EUDR;
Ο EUDR είναι ο ευρωπαϊκός κανονισμός που απαιτεί από τις επιχειρήσεις να αποδεικνύουν ότι συγκεκριμένα προϊόντα δεν συνδέονται με αποψίλωση δασών ή παράνομη παραγωγή.
Πότε εφαρμόζεται ο EUDR;
Για τις περισσότερες επιχειρήσεις από τις 30 Δεκεμβρίου 2026, ενώ για ορισμένες μικρές επιχειρήσεις από τις 30 Ιουνίου 2027.
Ποιες πρώτες ύλες επηρεάζονται περισσότερο;
Κακάο, καφές, σόγια, φοινικέλαιο, βοδινό κρέας, καουτσούκ και προϊόντα ξυλείας.
Τι είναι το Due Diligence Statement (DDS);
Είναι η δήλωση συμμόρφωσης που υποβάλλεται στο πλαίσιο του EUDR και αποδεικνύει ότι το προϊόν είναι νόμιμο, απαλλαγμένο από αποψίλωση δασών και πλήρως ιχνηλατήσιμο.
Αρκεί μια πιστοποίηση FSC ή Rainforest Alliance;
Όχι. Οι πιστοποιήσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως υποστηρικτικά στοιχεία αλλά δεν αντικαθιστούν το due diligence.
Τι σημαίνει Negligible Risk;
Σημαίνει ότι η επιχείρηση έχει αποδείξει πως ο κίνδυνος μη συμμόρφωσης είναι αμελητέος και το προϊόν μπορεί να διατεθεί νόμιμα στην αγορά.
Ποια είναι η διαφορά μεταξύ EUDR και HACCP;
Το HACCP αφορά την ασφάλεια τροφίμων, ενώ ο EUDR αφορά την προέλευση των πρώτων υλών, τη νομιμότητα της παραγωγής και την αποφυγή αποψίλωσης δασών.Ο Κανονισμός για τα προϊόντα ελεύθερα από αποψίλωση δασών (EUDR – EU Deforestation Regulation) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες νομοθετικές παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της βιωσιμότητας, της ιχνηλασιμότητας και της υπεύθυνης εφοδιαστικής αλυσίδας.
Σας παρέχουμε μελέτη, ανάπτυξη, εφαρμογή και επιθεώρηση Συστημάτων Διαχείρισης Ασφάλειας Τροφίμων.